Σάββατο 1 Φεβρουαρίου 2014

Η ένα ή κανένα.

Η ένα ή κανένα.



Ana Correal

Nα λοιπόν που έφτασε η ώρα και για μας
που δεν θα είμαστε μαζί
καπου εδω τελειωνουνε οι δρόμοι μας
και όλα οσα είχαμε ορκιστεί
Τωρα κοιταζομαστε στα ματια
και κανεις μας δεν θυμαται
τους όρκους που κι οι δυο είχαμε γραψει
καποιο βραδυ σε ενα κιτρινο χαρτί

Ορκίζομαι , όσο ζω...

Η γη να γυρίζει μονάχα με εσενα
και πάντα να είμαστε ένα η κανένα
με μια σου λέξη να γίνομαι σκόνη
και πάλι να υπάρχω αν θέλεις εσυ
Η ένα ή κανένα πάντα θα είμαστε
η ένα ή κανένα εγω κι εσυ
Η ένα ή κανένα πάντα θα είμαστε
η ένα ή κανένα εγω κι εσυ

Καποτε δεν είχαμε αναγκη
από τιποτα για να 'μαστε καλά
προσωπα καινούρια και ξενυχτια
δίχως λόγο για να κρύβουν τα κενά
Τωρα κοιταζομαστε στα ματια
και κανεις μας δεν θυμαται
τους όρκους που κι οι δυο είχαμε γραψει
καποιο βραδυ σε ενα κιτρινο χαρτί

Ορκίζομαι, όσο ζω...

Η γη να γυρίζει μονάχα με εσενα
και πάντα να είμαστε ένα η κανένα
με μια σου λέξη να γίνομαι σκόνη
και πάλι να υπάρχω αν θέλεις εσυ
Η ένα ή κανένα πάντα θα είμαστε
η ένα ή κανένα εγω κι εσυ
Η ένα ή κανένα πάντα θα είμαστε
η ένα ή κανένα εγω κι εσυ

Πότε θ’ ανοίξουμε πανιά;



Πότε θ’ ανοίξουμε πανιά;


Πότε θ' ανοίξουμε πανιά;
Πότε θ' ανοίξουμε πανιά  για τα νησιά του νότου, 
πότε το ρου θ' ανέβουμε του ποταμού Αμαζόνα, 
καιρός μας πια να πάψουμε να βλέπουμε μπροστά μας, 
των ίδιων, πάντα, λιμανιών, τη νυσταγμένη εικόνα.

Θα σβήσει η νέα μας ορμή σα βήματα στην άμμο, 
από το κύμα, την παλιά, ασάλευτη ζωή μας, 
σημαία, υψώστε την ψυχή, στο πιο ψηλό κατάρτι, 
δεν είν' αλήθεια ότ' ήρθαμε αργά στην εποχή μας.

Μπορούμ' ακόμα μια ζωή να ζήσουμε καινούργια, 
αντίς να μαραζώνουμε σαν τον κομμένο δυόσμο, 
φτάνει να κάνουμε πανιά,  σαν τους θαλασσοπόρους, 
που μια πατρίδα αφήνοντας, έβρισκαν έναν κόσμο, 

φτάνει να κάνουμε πανιά, σαν τους θαλασσοπόρους, 
που μια πατρίδα αφήνοντας,  έβρισκαν έναν κόσμο.

Κώστας Ουράνης. 1953

Δεν θέλω καρδιά μου να κλαις.

Δεν θέλω καρδιά μου να κλαις.

Δεν θέλω καρδιά μου να κλαις.

Δε θέλω καρδιά μου να κλαις για όσα περάσαμε χθες,
χαλάσανε τόσα πολλά μα βρες μονοπάτι ξανά,
δεν ξέρει ο κόσμος να ζει, κατέβα να πάμε πεζοί,
εκεί που καθένας ζητά να βρει τη μιλιά του ξανά.

Τον πόλεμο μισώ κι απ' τη ζωή αποζητώ,
να μη μου μείνει μόνο το παράπονο
κι ας ήταν μια φορά να μ' είχες πάρει αγκαλιά,
το ξέρω σου ζητώ πάρα πολλά.

Δε θέλω καρδιά μου να κλαις για όσα περάσαμε χτες,
δανείσου κι εσύ μια φορά και βρες μονοπάτι ξανά
κι αν χάνεις αυτό που σε ζει δεν έφταιξες μόνον εσύ,
αξίζει να ζουν σαν παιδιά εκείνοι που έχουν καρδιά.

Τον πόλεμο ζητώ για μια ζωή που δεν τη ζω,
να μην μου μείνει μόνο το παράπονο
κι ας ήταν μια φορά να δεις μικρέ μου φουκαρά,
πως μαλακώνω σαν δε μου μιλάς σκληρά.

Τον πόλεμο μισώ κι απ' τη ζωή αποζητώ,
να μη μου μείνει μόνο το παράπονο
κι ας ήταν μια φορά να μ' είχες πάρει αγκαλιά,
το ξέρω σου ζητώ πάρα πολλά.

Στα φθινοπωρινά ξέφωτα.

Στα φθινοπωρινά ξέφωτα.

alt
Στα φθινοπωρινά ξέφωτα 
φθίνω στους κήπους με τις γαζίες 
σιωπηλή  ανοίγω τα χέρια μου στη βροχή
και βλέπω σκέψεις να ιριδίζουν 
σ' έναν χλωμό ήλιο.
Σκαρφίζομαι παραμύθια 
και ανακαλύπτω μαγικά κουτιά 
στα δωμάτια που στάζουν όνειρα.
Γλιστρώ ντυμένη  στον απόηχο μιας αγκαλιάς 
σε οινωπές ερημιές, ερειπωμένη.
Με χέρια αδειανά ακολουθώ 
χάρτινες βάρκες στα ρυάκια της βροχής,
επιστρέφω στην απορία μιας σελήνης 
στο ξύλινο σπίτι με τις ακακίες 
και την αρμονία των αισθήσεων.
Γνωρίζω τον απώτατο έρωτα
και περισυλλέγω τα θραύσματα της σιωπής μου.

Όλα θα πάνε καλά·
όταν πέσει το τελευταίο καφεκίτρινο φύλλο
και το χώμα υγρανθεί αρκετά,
όταν τα χρυσάνθεμα γεμίσουν τα μαλλιά μου
τότε οι αισθήσεις θα ταριχευτούν σε λέξεις,
το φως θα βρει την υπερβατική του αξία
και το μακρινό ταξίδι στ΄ αμφίβολο φως 
του δειλινού θ΄αρχίσει.

Κάτω από τα βλέφαρά μου
θα σβήσουν τ΄αστέρια ένα - ένα,
έτσι όπως έσβησε το χινόπωρο
σε μια βιολετιά διάθεση
σ΄ένα άγγιγμα βουρκωμένων ματιών.

Μανώλης Ηλιάκης









Χόρεψε με στην ομορφιά σου με ένα φλεγόμενο βιολί

Χόρεψε με στην ομορφιά σου με ένα φλεγόμενο βιολί
Χόρεψε με μέσα από τον πανικό
μέχρις ότου συγκεντρωθώ ασφαλής μέσα μου
Σήκωσέ με σαν κλαδί ελιάς
Γίνε το περιστέρι που έρχεται στο σπίτι μου
Χόρεψε με ως το τέλος του έρωτα..
Χόρεψε με ως το τέλος του έρωτα..

Ω, άσε με να δω την ομορφιά σου
όταν οι μάρτυρες θα είναι μακριά
Άφησε με να αισθανθώ τις κινήσεις σου
όπως κάνουν στην Βαβυλώνα
Δείξε μου σιγά-σιγά εκείνο που μόνο
τα όρια του μπορώ να γνωρίσω
Χόρεψε με ως το τέλος του έρωτα..
Χόρεψε με ως το τέλος του έρωτα..

Χόρεψε με ως τον γάμο τώρα, 
συνέχισε να με χορεύεις συνέχεια
Χόρεψε με πολύ τρυφερά
και για πολύ ακόμα

Είμαστε και οι δυο μας αρκετά κάτω
και αρκετά πάνω από τον έρωτα μας
Χόρεψε με ως το τέλος του έρωτα..
Χόρεψε με ως το τέλος του έρωτα..
Χόρεψε με στα παιδιά
που γυρεύουν να γεννηθούν
Χόρεψε με ανάμεσα από τις κουρτίνες
που τα φιλιά μας τις έχουν φθείρει
Στήσε μια σκηνή για καταφύγιο
ακόμη και τώρα που κάθε νήμα είναι σχισμένο
Χόρεψε με ως το τέλος του έρωτα..

Χόρεψε με στην ομορφιά σου με ένα φλεγόμενο βιολί
Χόρεψε με μέσα από τον πανικό
μέχρις ότου συγκεντρωθώ ασφαλής μέσα μου
Άγγιξε με με το γυμνό σου χέρι
ή άγγιξε με με το γάντι σου
Χόρεψε μαζί μου ως το τέλος του έρωτα
Χόρεψε με ως το τέλος του έρωτα..
Χόρεψε με ως το τέλος του έρωτα..
Dance me to the end of love - Leonard Cohen
Η μετάφραση ανήκει στην Στιχο-Μυθία







 

Κυριακή 5 Ιανουαρίου 2014

"Ποιος Ξέρει...", Μαρία Πολυδούρη

"Ποιος Ξέρει...", Μαρία Πολυδούρη


Kάποιοι άνθρωποι είναι κουβαλητές. Στέκονται με άγρυπνο νοιάξιμο πάνω απ'τις πληγές των άλλων και κάνουν ό,τι περνά απ'το χέρι τους και παραπάνω ακόμη, για να τις ιάσουν. Είναι εκείνοι που γνωρίζουν τα βάσανα, τις αγωνίες, τα πικρά τέλματα και τα διλήμματα, και μένουν με τα μάτια ορθάνοιχτα και την καρδιά σταματημένη να παρακολουθούν τις εξελίξεις και να εύχονται με την ψυχή τους για τη θετικότερη έκβαση. Αυτοί οι άνθρωποι, μένουν σιωπηλοί. Της δικής τους ύπαρξης τις λύπες και τους φόβους, τα κρατούν μέσα σε μικρά κουτιά και τα διπλοκλειδώνουν, κάθε που κάνουν να εκφραστούν. Και κανείς δεν ξέρει... κανείς δεν ξέρει πώς νιώθουν.

" τὰ δάκρια, ὤ, θὰ μ᾿ ἀρνιόσουν ὅλα ἂν τἄβλεπες.
Κι
᾿ ὅμως μου λὲς πὼς μ᾿ ἔχεις ἀ
γαπήσει... "


Το παρακάτω υπέροχο ποίημα είναι γραμμένο από τη γνωστή ποιήτρια Μαρία Πολυδούρη. Ανήκοντας στη γενιά των ποιητών του 1920, που έγραφαν εκφράζοντας ως επί το πλείστον ένα αίσθημα παρακμής και απαισιοδοξίας και ούσα για πάντοτε βαθειά ερωτευμένη με τον Κώστα Καρυωτάκη, συνέγραψε άλλο ένα διαμάντι αυθεντικού, γυναικείου συναισθηματισμού που μπορεί να αγγίξει κάθε ευαίσθητη καρδιά.

Οι τρεις πρώτες στροφές του έργου της έχουν μελοποιηθεί από τον Μίλτο Σελιτσανιώτη και ερμηνευτεί από τις μαγικές φωνές της Ελεονώρας Ζουγανέλη και Νατάσας Μποφίλιου.


ΠΟΙΟΣ ΞΕΡΕΙ...

Καμμιὰν ἀπὸ τὶς πίκρες μου δὲ γνώρισες
τ
ὶς πίκρες μου τὶς ἄσωστες τὶς μαῦρες.
Κα
ὶ στῶν ματιῶν μου μέσ᾿ στὸ φεγγοβόλημα
τ
ὰ δάκριά μου στεγνωμένα τὰ ᾿βρες.
Ἐσὺ μονάχα τὸ γλυκὸ χαμόγελο
καμάρωσες στ
ὰ χείλη μου ἁπλωμένο
κ
᾿ ἔχες μέσ᾿ στῶν ματιῶν μου τὸ ξαστέρωμα
τ
ὸν πόθο σου τρελλὰ καθρεφτισμένο.
Μὲ γνώρισες νὰ γέρνω στὴν ἀγάπη σου
σ
ὰν πεταλούδα στὸ ἄλικο λουλούδι
κα
ὶ νὰ σκορπίζω ὅσο ἡ καρδιά μου ἐδύνοταν
μεθυστικ
ὸ τὸ ἐρωτικὸ τραγούδι.
Γνώρισες τῆς χαρᾶς μου τὸ ἄγριο ξέσπασμα
στ
ὸν ἀνοιξιάτικον ἀγρὸ ποὺ εὐώδα
λαχτάρας κύμα
ἐγίνονταν ἡ ἀγκάλη μου
τ
ὰ νειάτα σου νὰ σφίγγη καὶ τὰ ρόδα.
Ἐσὺ ποτὲ κρυφὰ δὲν ἀκολούθησες
τ
ὸ βῆμα μου σὰν φεύγω ἀπὸ κοντά σου
κι
᾿ ὅμως καὶ μὲ τὴ σκέψη σου μοῦ δόθηκες
κα
ὶ μὲ τὴ φλόγα ἀκόμα τοῦ ἔρωτά σου.
Μὰ ποιὸς τὸ ξέρει ἄν, μία στιγμὴ βρισκόσουνα
κάπου πο
ὺ νὰ μὲ βλέπεις ὅταν γέρνω
κα
ὶ σκύβω μαζωχτὴ κάτω ἀπὸ τἄγριο
χτύπημα, τ
ὶς στριγγὲς φωνὲς ποὺ σέρνω
ἂν ἄκουες, καὶ στοῦ πόνου τὸ ξεχείλισμα
τ
ὸ δόσιμο στὸ ξέψυχο μεθύσι,
τ
ὰ δάκρια, ὤ, θὰ μ᾿ ἀρνιόσουν ὅλα ἂν τἄβλεπες.
Κι
᾿ ὅμως μου λὲς πὼς μ᾿ ἔχεις ἀγαπήσει.
 

Σάββατο 4 Ιανουαρίου 2014

Λιμνάζουν στα πόδια σου απύθμενα υγρά σ' αγαπώ...

Λιμνάζουν στα πόδια σου απύθμενα υγρά σ' αγαπώ...

Ξάπλωσα ανάποδα στον ουρανό...
βαθειά η νύχτα...
λιμνάζουν τα όνειρα...
οι παλάμες μου στεγνές...
ακροβατούν απελπισμένα στο χαμένο φως...
απεργούν τ' αστέρια...
ξεφτίζοντας το γαλάζιο...
αφαιρώντας απ' τα μάτια...
τ' απύθμενα υγρά σ' αγαπώ...
 
460781164_8b095c22e6.jpg
Μια εικόνα...
σμιλεύει την σκέψη...
βρέχοντας μιαν αιτία παραμονής...
καθρεφτίζοντας στην όραση...
το φυλακισμένο όνειρο...
που αλυσοδέσαμε στην αιχμή μιας στιγμής...
***
Λιμνάζουν στα πόδια σου...
απύθμενα υγρά σ' αγαπώ...
ξεχάστηκαν ορφανά...
στο πρώτο κάταγμα της ψυχής...
 δεν άπλωσες τα χέρια...
δεν ψιθύρισες...
δεν έσταξες...
μια στάλα...
χωρίς δάκρυ...
ζωγραφίζοντας ένα λευκό...
Σ' αγαπώ...
***
Στέλιος Κ.